
Το έργο του δικαστή συνίσταται στην ορθή απονομή δικαιοσύνης.
Υπάρχουν ωστόσο περιπτώσεις, όπου ο σχηματισμός της δικανικής κρίσης, δε μπορεί να διαμορφωθεί με ασφάλεια, διότι δεν καθίσταται δυνατή η διακρίβωση των πραγματικών θεμάτων και συνακόλουθα η σωστή εκτίμηση του προσαχθέντος υλικού. Και αυτό, επειδή τα θέματα που άπτονται της υπόθεσης απαιτούν ειδικές γνώσεις τέχνης και επιστήμης, τις οποίες δεν είναι δυνατόν να διαθέτει ο δικαστής.
Ο δικαστικός πραγματογνώμονας με το διορισμό του αποκτά την ιδιότητα του βοηθού του δικαστή και υποχρεούται στην εκτέλεση των καθηκόντων του, με βάση το περιεχόμενο της και τη σύνταξη και προσκόμιση ενώπιον του δικαστηρίου αιτιολογημένης έκθεσης επί των ζητημάτων για τα οποία διεξήγαγε την έρευνά του.
Για το λόγο αυτό άλλωστε και δεν επιτρέπεται στον πραγματογνώμονα να αρνηθεί την εκτέλεση των καθηκόντων του ή να παραλείψει να εκτελέσει κάποια από αυτά, εκτός κι αν συντρέχει δικαιολογημένη αιτία.
Η έκθεση πραγματογνωμοσύνης αποτελεί αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, το οποίο και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο. Για τον λόγο αυτό άλλωστε, στην περίπτωση εσφαλμένης εκτίμησης του πραγματογνώμονα δεν ακολουθεί ακυρότητα της γνωμοδότησής του, καθώς απόκειται στο ίδιο το δικαστήριο να προσδώσει της έκθεσης, την αποδεικτική βαρύτητα που αυτό θα κρίνει.

